Το φιλί του Δεκέμβρη
Μια φορά κι ένα καιρό...όπως τώρα...όπως παλιά...ήταν ένας Δεκέμβρης.
Ένας Δεκέμβρης γιορτινός και φανταχτερός σαν όλους τους άλλους.
Μόλις έφτασε στην πόλη - με το θαμπό βλέμα, άρχισε να βγάζει μέσ' από το σακούλι που κρεμόταν στη ράχη του, λαμπιόνια και δώρα και ξεκίνησε να τη στολίζει. Στο βλέμα της πόλης άναψαν, με μιάς, μικρές σπίθες. Κοίταξε γλυκά το Δεκέμβρη και του χάρισε ένα χαμόγελο - γεμάτο ευγνωμοσύνη. Ο Δεκέμβρης κορδώθηκε γεμάτος περηφάνεια. Με μια θεαματική κίνηση ξετρύπωσε από το καπέλο του ένα φιλί φτιαγμένο από χρυσά-τάματα και το ακούμπησε στη κορφή του θεόρατου - δέντρου που βρισκόταν στη μέση της πλατείας. Το φιλί λαμπύρισε, η πόλη ζεστάθηκε. Στα μάγουλά της ρόδισαν ελπίδες κι έπιασε το τραγούδι. Η φωνή της ακούστηκε, μετά από πολύ καιρό, ως τις πιο μακρινές, τις πιο γκρίζες γειτονιές της.
Μέχρι να φτάσει το σούρουπο η πλατεία γέμισε κόσμο. Μαγεμένοι από το τραγούδι της πόλης όλοι, ήθελαν να σταθούν κάτω από το φιλί του Δεκέμβρη. Κάποιοι έλεγαν πως ένα φιλί φτιαγμένο από χρυσά-τάματα είναι, στα σίγουρα, το φιλί της ζωής.
Ένα παλληκαράκι, θάταν δε θάταν δεκάξι χρονών, ενθουσιάστηκε - τόσο, με τη χαρά της πόλης που αποφάσισε να δρασκελίσει τα κλαδιά του δέντρου για να φτάσει το φιλί. Θα το έπαιρνε, θα το έκρυβε μέσα στο πουκάμισό του, πλάι στο μέρος της καρδιάς κι όταν ο Δεκέμβρης θα έφευγε, θα πρόσφερε στην πόλη το φιλί, δώρο - παντοτινό. Για να μη χάσει ξανά τις σπίθες από το βλέμα της. Να μείνει για πάντα ζεστή και χαρούμενη.
Χωρίς να σκεφτεί δεύτερη φορά, γραπώθηκε από τα κλαδιά του δέντρου. Όλοι θαύμασαν το θάρρος του καθώς τον έβλεπαν να σκαρφαλώνει. Θα είχε φτάσει, περίπου - στα μισά, όταν, μέσα από ένα μαύρο ξύλινο - κουτί που ήταν κρυμμένο ανάμεσα στα στολίδια, πετάχτηκε ένας σοκολατένιος στρατιωτάκος. Ένας στρατιωτάκος φτιαγμένος από μαύρη-πικρή σοκολάτα. Ήταν τόσος - δα, αλλά η αγριάδα του τον έκανε να μοιάζει θεόρατος.
«Πού πας;» ρώτησε ο στρατιωτάκος με φωνή δέκα φορές πιο βαρειά από το μέγεθός του.
Το παλληκαράκι ξαφνιάστηκε και παραλίγο να πέσει κάτω. Έκανε το κεφάλι του ένα γύρο για να δει ποιός του μίλησε.
«Πού κοιτάς; Εγώ σου μιλάω! Μπας και δε με πιάνει το μάτι σου;»βροντοφώναξε ο στρατιωτάκος μεσ' από το κουτί κ' ήταν τέτοιος ο αντίλαλος, που έκανε τη φωνή του να μοιάζει ακόμα πιο τρομαχτική.
«Πάω να πάρω το φιλί του Δεκέμβρη! Φοβάμαι μη πιάσει άνεμος και πέσει κάτω και σπάσει...Θέλω να το χαρίσω στην πόλη, για να μη ξαναχάσει το φως από το βλέμα της...»
«Και ποιός σου είπε πως έχεις αυτό το δικαίωμα...;»
«Μα, ο Δεκέμβρης μας χάρισε αυτό το φιλί. Για δες το! Φτιαγμένο από τόσα χρυσά-τάματα! Για μας είναι, αφού εμείς είμαστε η πόλη και, δεν θα το αφήσω να πάει χαμένο...!!»
«Είσαι τόσο ανόητος μικρέ...; Μάλλον σου αρέσουν τα παραμύθια! Άκου να μη χάσει, ξανά, η πόλη το φως - από το βλέμα της..!! Και ποιός είσαι εσύ που θα αποφασίσεις για το καλό της πόλης! Κατέβα κάτω, τώρα!! Για το καλό σου - στο λέω!!»
«Εσύ, ποιός είσαι? Θα μου πεις..;»
«Χαχα! Ο φύλακας του φιλιού, ντε! Το φιλί είναι του Δεκέμβρη! Το προσέχω γιατί, κάποιοι άμυαλοι σαν εσένα, προσπαθούν να το κλέψουν! Το ακούμπησε τόσο ψηλά, για να δείτε - όχι για να το πάρετε! Βλέπεις που είσαι αδιάβαστος, μικρέ;»
«Χαχα! Τώρα κατάλαβα το αστείο σου...Σου υπόσχομαι όχι μόνο να διαβάσω, αλλά και να γράψω όταν έρθει η ώρα...Με συγχωρείς, όμως, τώρα! Πρέπει να σε αφήσω για να φτάσω στο φιλί...κι επειδή είμαι πολύ χαρούμενος, δε θα θυμώσω που με λες κλέφτη...!!» Πριν, ακόμα, τελειώσει τα λόγια του το παλληκαράκι, πιάστηκε από ένα ψηλότερο κλαδί.
«Στάσου!!» τσίριξε ο στρατιωτάκος.
Το παλληκαράκι γέλασε ξανά και χωρίς να του δώσει σημασία γραπώθηκε από ένα ακόμα-πιο ψηλό κλαδί. Κόντευε να φτάσει στη κορφή.
Το πλήθος από κάτω ζητωκραύγαζε. Το φιλί της ζωής θα έμενε για πάντα στην πόλη.
Μια δρασκελιά χώριζε το παλληκαράκι από το φιλί. Άπλωσε το χέρι του με τόλμη και το άγγιξε με τα ακροδάχτυλα όταν, πάνω στην ανοιχτή του παλάμη, κύλησε μια στάλα από καυτή-πικρή σοκολάτα, και τη ζεμάτισε. Και μετά κι άλλη και μετά κι άλλη. Το παλληκαράκι άρχισε να κουτρουβαλίζεται πάνω στα κλαδιά. Πριν βρεθεί στα πόδια του δέντρου μια, τελευταία, στάλα, εξοστρακίστηκε από ένα κλαρί - πάνω στο πουκάμισό του, το τσουρούφλισε κι έκαψε την καρδιά του. Εκεί που λαχτάρισε να κρύψει το φιλί του Δεκέμβρη. Οι φίλοι του έπεσαν πάνω του μ' αναφιλητά. Ο κόσμος άρχισε να ουρλιάζει γύρω του. Οι κραυγές έσκισαν τα σωθικά της πόλης.
Ο Δεκέμβρης που τα έβλεπε όλα με κομμένη την ανάσα, κοίταξε άγρια το στρατιωτάκο και του έγνεψε, με τα μάτια, να εξαφανιστεί μέσα στο κουτί του. Μετά σήκωσε το χέρι του κ' η μπάντα άρχισε να παίζει μουσικές κι εμβατήρια. Χωρίς να χάσει καιρό, άνοιξε το σακούλι που είχε ανάμεσα στα πόδια του και το ψαχούλεψε. Ήταν, όπως-πάντα, γεμάτο με σοκολάτες σε διάφορες γεύσεις - ανάκατες με πέτρες σ' όλα τα σχήματα. Γέμισε τις χούφτες του, ξανά και ξανά, και τις πέταξε, χαμογελώντας, στο κόσμο. Στην πλατεία έγινε πανικός. Όλοι άρχισαν να παίζουν σοκολατοπετροπόλεμο....
Η καρδιά της πόλης ράγισε. Έσκυψε το κεφάλι της, πήρε στα χέρια της το παλληκαράκι, το τύλιξε στα φτηνά-λερωμένα της ρούχα κι άρχισε να το νανουρίζει σιγανά, τουρτουρίζοντας. Kανένας δεν είδε πού κρύφτηκαν οι σπίθες από το βλέμα της.
«Γιατί δεν με πίστεψες παλληκαράκι...; Γιατί...;» Ένας πνιχτός λυγμός ξέφυγε από το σοκολατένιο στρατιωτάκο και στο μαύρο του μάγουλο κύλησε ένα δάκρυ από μαύρη-πικρή σοκολάτα. Το σκούπισε βιαστικά, ρούφηξε τη μύτη του κι ανασήκωσε το καπάκι για να παραφυλάξει, μήπως, κάποιος - άλλος, τολμήσει να κλέψει το φιλί.
Χριστίνα Κόλλια




Καλημέρα Δημητρο
Από Verseau | Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009 9:09 πμ
RSS Feed για αυτό το θέμα
Τo σχόλιό σας